ἀμολγός

ἀμολγός
Grammatical information: m., (adj.)
Meaning: `darkness'. Only (ἐν) νυκτὸς ἀμολγῳ̃ (Il. Λ 173, Ο 324, Χ 28, 317, 4 841). As adj. (prob. a secondary, learned development), E. Fr. 104 ἀμολγὸν νύκτα Εὑριπίδης Άλκμήνῃ ζοφερὰν καὶ σκοτεινήν. οἱ δε μέρος τῆς νυκτὸς καθ' ὅ ἀμέλγουσιν.
Other forms: ὀμολγῳ̃ ζόφῳ Η. (ms. ὁμολογῶ)
Derivatives: ἀμολγαῖος: μάζα ἀμολγαίη Hes. Op. 590 (s. below), ἀμολγαῖον μαστὸν ἀνασχόμενος AP 7, 657 (Leon.). ἀμολγάζει μεσημβρίζει H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: The meaning was already lost in antiquity. If a verbal noun of ἀμέλγω, ἀμολγός is `the milking' (oxytonesis then secondary). The expression μάζα ἀμολγαίη in Hesiod is interpreted by Proklos and in EM s. μάζα as ἀκμαία: τὸ γὰρ ἀμολγὸν ἐπὶ τοῦ ἀκμαίου τίθεται. Thus also Eustathios on Ο 324: Άχαιοὶ δε κατὰ τοὺς γλωσσογράφους ἀμολγὸν την ἀκμήν φασι. But this meaning may have been derived from the text (Leumann Hom. Wörter 274). Nilsson Primitive Timereckoning 35f. took it as the time of milking at the beginning of the night. DELG thinks this interpretation more probable than that as `fullness'. Extensive lit. in DELG and Frisk III, e.g. Kretschmer Glotta 22, 262f.; 11, 108; 13, 166f.; Wahrmann Glotta 13, 98ff.; Leumann Hom. Wörter 164; Bolling AJPh. 78, 1958, 165-172; Szemerényi, Gnomon 43, 1971, 654. In my view (ε.) ν. α. simply means `in the darkness of the night', in Λ and Ο of beasts of prey attacking `in (the protection of) the darkness of the night', in Χ of stars being visible in the darkness. The latter excludes an indication of time, and shows that it must be a clear night, so that a connection with `milk(ing)' is excluded. It may be confirmed by the glosses ζόφῳ and ζοφερὰν καὶ σκοτεινήν. - If ὁμολογω point to *ὀμολγός, and if the ὀ- is not simply due to assimilation, the alternation \/ὀ- would point to a substr. word.
Page in Frisk: 1,94

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αμολγός — ἀμολγός, ο (Α) νεοελλ. νυχτερινό άρμεγμα (Παπαδιαμ. Γ 339) αρχ. 1. στον Όμηρο πάντοτε στη φρ. «νυκτός ἀμολγῷ», στη μέση, στην καρδιά τής νύχτας λέγεται επίσης για το λυκαυγές, όταν φαίνεται η Αφροδίτη, ή για το λυκόφως, όταν ανατέλλει το… …   Dictionary of Greek

  • ἀμολγός — dead masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμολγοί — ἀμολγός dead masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμολγοῦ — ἀμολγός dead masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμολγούς — ἀμολγός dead masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμολγῷ — ἀμολγός dead masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμολγόν — ἀμολγός dead masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • DORMIO — quasi Dermio, a Graeco δέρμα, i. e. pellis: quemadmodum ex benus, bonus, ex hemo, homo; ex Κερκύρα, Corcyra factum, Nempe vett. haec in pellibus dormiendi consuetudo est: in sacris inptimis, quod proprie Incubare Vett. dixêrunt. Tantopere namque… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Κυναμολγοί — Κυναμολγοί, οἱ (Α) 1. αρχαία λιβυκή φυλή που κατοικούσε στην περιοχή τού Ισημερινού 2. σκύλοι που τρέφονταν με γάλα αγελάδας. [ΕΤΥΜΟΛ. < κύων, κυνός + αμολγός (< ἀμέλγω «αρμέγω»), πρβλ. βου μολγός] …   Dictionary of Greek

  • αμέλγω — ἀμέλγω (Α) (ενεργ. και μέσ. στις ίδιες σημασίες) 1. τραβώ το γάλα από τους μαστούς, αρμέγω 2. απομυζώ, γυμνώνω, εκμεταλλεύομαι κάποιον 3. πίνω βυζαχτά, εκμυζώ, ρουφώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαίος ρηματικός τ. με συχνή χρήση, γνωστός ήδη από τον Όμηρο.… …   Dictionary of Greek

  • αμολγάδες βόες — ἀμολγάδες βόες (AM) [ἀμολγός] αγελάδες που αρμέγονται, γαλατερές …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.